Όχι, δεν έχω κάτι σπουδαίο να σας πω. Απλά, για μια βροχή του Αυγούστου ο λόγος (Γράφει η Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού)

κατηγορία : ΑΠΟΨΕΙΣ από

Αυγουστιάτικη βροχή σήμερα. Ισως και η μοναδική να είναι. Ούτε δάκρυσε ούτε δροσίστηκε ο φετινός Αύγουστος, ως τα τώρα. Τα μερομήνια τα μελετήσαμε και φέτος. Ο <δάσκαλος> με βεβαίωσε ότι δεν θα ‘χουμε ανάποδο χειμώνα σαν τα πέρσι. Οι 12 πρώτες  μέρες και τα 12 πρώτα φεγγάρια μας οδήγησαν στα συμπεράσματα αυτά, και, μακάρι να αποδειχτούν ασφαλή ως το τέλος !

Από χτες, λοιπόν,  ξεπλυθήκαμε! Με αέρα απ’ τον νότο συνοδεύονταν τούτη η  πρώτη βροχή τ’ Αυγούστου κι ώρες –ώρες αναμετριόταν με τον βοριά. Μα, αυτός ο τελευταίος, δεν είχε και πολλά κέφια για ν’ ασχοληθεί μαζί του από τώρα, και τον άφησε να χτυπιέται μονάχος του, σα να προπονείται για να τον αντιμετωπίσει αργότερα, τότε που θα ‘χουν μικρύνει ντιπ για ντιπ οι μέρες, τότε που ο ήλιος θα φεύγει βιαστικός για τα πίσω του βουνού και οι άνθρωποι θα περπατούν σκυφτοί .  Πάντως, η βροχή, με το πρώτο φύσημα του βοριά, σταματούσε δηλώνοντας την υποταγή της.

Κλείσαμε ψες βράδυ το παράθυρο στην κάμαρη και ρίξαμε το ελαφρύ παπλωματάκι (που δεν σηκώσαμε όλο το καλοκαίρι), κανονικά απάνω μας για να κοιμηθούμε. Είναι βορεινή η κάμαρή μας κι αμέσως δροσίζει. Και τούτες οι νύχτες που ο άνεμος τις κυνηγάει, μας αρέσει η θαλπωρή. Για τα σκεπάσματα λέω, και για τα ελαφριά απαλά ζιλέ, που άρχισαν να μας χρειάζονται πια. Εδώ πάνω, δεν είναι θάλασσα. Εδώ πάνω, άμα πιάσει η πρώτη βροχή μετά τον δεκαπενταύγουστο αρχίζει η κατηφόρα του καλοκαιριού.

Στον γύρο της λίμνης, τα φύλλα δεν πέφταν σαν τις προάλλες, φρέσκα και πράσινα, από Ερωτα. Πέφτουν κρατσανιστά, ξεραμένα απ΄ την παρατεταμένη αναβροχιά. Νικημένα απ’ το καλοκαίρι. Πέφτουν και μέσα στις λιμνολακούβες του δρόμου και ματσκαλιάζονται άδοξα.

Τα αγριοβατόμουρα –όσα απέμειναν, από τους ορεξάτους περιπατητές, μαύρα, ζουμερά ήταν πλυμένα και, καθώς γυάλιζαν οι σταγόνες της βροχής πάνω στα μικρά φυλλαράκια και τ’ αγκάθια τους κάτω απ’ τον κρυφοήλιο, σαν, σε πλούσιου οικοδεσπότη το τραπέζι, κρυστάλλινες πιατέλες, μοιάζαν. Και τ’ αγουροκόκκινα, καρτερούν τον ήλιο αύριο και μεθαύριο για να γίνουν κι αυτά.

Ανάκατη σκόρπιζε και απλώνονταν παντού, ως τον ουρανό, νομίζω, η μυρουδιά της βρεγμένης γης μ’ αυτήν των σύκων. Όχι, δεν μυρίζουν οι συκιές σαν την άνοιξη, τώρα πια. Τώρα, μυρίζουν τα σύκα. Γαργαλιστικά, προκλητικά, επιμελώς κρυμμένα πίσω απ’ τα σκιστά μεγάλα συκόφυλλα. Αυτά τα συκόφυλλα, σίγουρα πλάστηκαν μόνο και μόνο για να σκεπάζουν γύμνιες κι αλήθειες. Αμα φυσάει ο άνεμος, ξεσκεπάζονται (και τα σύκα και οι γύμνιες και οι αλήθειες ) και προδίδονται. Αλλιώς, τα πουλιά υπερισχύουν στη μάχη με τον άνθρωπο. Ετσι κι αλλιώς, τα πουλιά υπερισχύουν ΚΑΙ σε τούτη τη μάχη. Φτάνουν,  ως πάααανω στις κορφές των συκιών, που, ίσα με τον ουρανό, θαρρείς, πως φτάνουν οι συκιές του γύρου της Λίμνης, τρυπώνοντας κάτω απ’ τους πλάτανους. Αυτές τις κορφές, πριν χρόνια πολλά, τότε που ήταν χαμηλές και μικρές, τις φταναν και τις κορφολογούσαν οι προπάπποι και οι προπροπάπποι των Καστοριανών, είμαι σίγουρη. Κι ας μην ήταν δρόμος εκεί πέρα. Φαίνονται αυτά τα πράματα, αφήνουν και ξεπηδάνε από μέσα τους μυρουδιές και ιστορίες παλιές. Δεν γίνεται, δεν πεθαίνουν τα δένδρα όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι… Αυτά, συνεχίζουν να μεγαλώνουν και να καρπίζουν και να ταΐζουν της γης και τ’ ουρανού τα πλάσματα, να, σαν σ’ εκείνο το χωριό, στο μέσα του πουθενά, που ούτε το είχα ματακούσει ούτε το είχα ξαναδεί, ίσα με σήμερα. Και που με έφερε ο Αντώνης και η Τύχη η αγαθή να το φτάσω και να συγκλονιστώ. Γιατί ουδέ σκυλί ουδέ λύκο συναντήσαμε, ουδέ πουλί ακούσαμε να τραγουδάει. (Μόνο οι μύγες δεν  φοβούνται τον άνθρωπο για να τρέξουν να κρυφτούν άμα τον νιώσουν κοντά τους). Γιατί,  σε χαλάσματα πατήσαμε για ν’ ανεβούμε. Γιατί, όρθια βρήκαμε την Εκκλησία της, κεραμιδωμένη μα, κλειδαμπαρωμένη. Ανθρώπους συναντήσαμε πολλούς. Κάτω από κάτασπρους σταυρούς ( ο Ήλιος κρατάει κάτασπρους τους σταυρούς). Ανάμεσα σε μισόμετρα χόρτα πυκνά. Με ξεθωριασμένα τα ονόματα, βέβαια. Και σβησμένα καντήλια. Όχι, δεν είναι ζωή ο Ανθρωπος και τα χαλάσματα. Ζωή είναι ο Ήλιος που κάνει περιπολίες εναλλάξ με το Φεγγάρι και φυλάνε σκοπιά χειμώνες- καλοκαίρια μη τυχόν και ξεφύγει κατιτίς ζωντανό και τους πάρει την αιωνιότητα. Ζωή είναι το νερό που κυλάει στ’ αυλάκια του Χρόνου και χώνεται –αναγκαστικά- στα υδραγωγεία και μετά στις βρύσες, στων ανθρώπων τα έργα δηλαδή, και από κει ξανακυλάει λεύτερο κι ατίθασο και χώνεται μέσα στη γη κι όπου γουστάρει και την βλαστάνει και την καρπίζει και χρόνια πολλά μετά, εκεί που σας λέω, στο μέσα του πουθενά, μοσχοσκορπάνε ξεδιψασμένες οι μυρουδιές της μηλιάς και της κερασιάς που ΄χαν φυτέψει Ανθρωποι δίχως όνομα, και χορταίνουν τα ζωντανά φρέσκους κι ανόθευτους καρπούς, και που η παγκοσμιοποίηση , δεν ξέρω, αν καταφέρει ποτέ να τους βρει για να τους εξαφανίσει !!!!

Γύρισαν κι άλλα πολλά στο νου μου από τούτη την βροχούλα…….

Στο Δαβάκη….. Ισως μόνο για μας, τα παιδιά του ’60 να φτιάχτηκε τούτη η Πλατεία. Μόνο κανέναν τουρίστα κινέζο πετυχαίνω να κάθεται στα παγκάκια και ν’ απολαμβάνει πια. Κι εγώ ακόμη, που είμαι παιδί της και μόνο αυτός είναι ο δρόμος μου, μόνο μια –δυο φορές το χρόνο, που καθόλου δεν βιάζομαι, περνώ απ’ εκεί, επίτηδες. Ανεβαίνω σιγά- σιγά τη κεντρική σκάλα, που είναι επιβλητική αν το καλοδείς. Όχι, δεν κάθομαι στα παγκάκια, γιατί, μπορεί και για ζαβή να με περάσουν οι βιαστικοί με τ’ αυτοκίνητα που περνούν και με κοιτούν. Περπατώ αργά διασχίζοντάς την όσο να βγω στη Μητροπόλεως….Οι πολύχρωμες τριανταφυλλιές, σωστές αριστοκράτισσες, στεκόταν δεξιά κι αριστερά απ’ τη σκάλα, κάτω απ’ τις μανόλιες. Χρόνια και χρόνια, σήμαινε η Άνοιξη όταν οι εργάτες του Δήμου κλάδευαν τις τριανταφυλλιές στο Δαβάκη. Η αναξιοσύνη της τελευταίας δεκαετίας, τις ξεπάτωσε κι αυτές. Δεν στάθηκε ουδ’ ένας ικανός να τις αντικαταστήσει. Τόσο κάτω λαός. Κι εγώ μαζί γιατί, όσο σιωπάς, ανέχεσαι, υπομένεις, ε, και ψηφίζεις κιόλας,  τόσο συνενοχή έχεις. …. (να, δεν σκέπτομαι μόνο καλά. Ανακατεύονται όλα στη ψυχή μου και θυμώνω)…… Μα…. Στο Δαβάκη !!!   στα μαρμάρινα σκαλάκια στη βάση, στο άγαλμα, κι ενώ τ’ αγόρια παίζανε μπίλιες ή τζαμί, μέσα στα χώματα, με τα χέρια λερωμένα απ΄ τις φέτες με ψωμί και βούτυρο και ζάχαρη, να νανουρίζουμε τις κούκλες μας. Τις σκεπάζαμε πότε με άσπρα πολυκαιρισμένα κομμάτια ύφασμα πότε λουλουδιασμένο τσίτι που περίσσεψε  απ΄το φουστάνι που ραψε η μαμά, ή, άμα μας είχε πιάσει η δροσούλα απροετοίμαστες, μέσα στον κόρφο μας, όπως έκανε η μαμά όταν κρυώναμε και δεν θέλαμε να πάμε για ύπνο, γιατί μας νανούριζε καλύτερα η κουβεντούλα με τις γειτόνισσες στην Αθηνάς, και γιατί, μας άρεζε ν’ ακούμε τον γρύλλο που ‘παιζε κρυφτό με τις πυγολαμπίδες στην αυλή, και ο γρύλλος προδίδονταν απ’ τη φωνή του και η πυγολαμπίδα προδίδονταν απ’ το φως της. Βρέθηκα και στη Μύτκα, τη Μύτκα των ονείρων μας. Από εδώ είναι ένα θαύμα να δεις τον ήλιο να σιγοπέφτει πίσω από το βουνό. Ηταν που ήταν δειλός και ντροπαλός σήμερα,  τον ψευτόκρυβε και η καλαμιά που φτάνει μέχρι μετά την Μύτκα. Αυτός  ο ήλιος, άμα είναι στα καλά του, κάνει τις φυλλωσιές της καλαμιάς να λαμπυρίζουν, κάποιες στιγμές σου δακρύζουν τα μάτια, είναι τότε που αναρωτιέσαι, από τι, τι σου φταίει, ο ήλιος, ή, η ομορφιά που, ούτε ο ήλιος ούτε η ομορφιά χωράνε μέσα τους, πώς καταφέρνουν και φτάνουν στη ψυχή σου! Γιατί δεν ξέρω αν είναι ο νους αυτός που τρελαίνεται ή είναι η ψυχή αυτή που χοροποδοβολάει στο μέσα σου! Και σήμερα, την μέρα της Αυγουστιάτικης βροχής και της προειδοποίησης του Φθινοπώρου που κοντεύει, ο  ουρανός χρωματίστηκε από τα χίλια σχήματα που πήραν τα σύννεφα.

Βρέθηκα εκεί, με το σώμα μου, εκεί που φύσαγε και σήμερα ο καλοχτένης, Σταύρο, και η ψυχή μου βούτηξε στις 2 τεράστιες τρύπες που άνοιξαν. Περιστοιχισμένες από πανύψηλα –πια- λευκάδια, επίτηδες φυτεμένα εκεί, για να φτιάχνουν με τους κορμούς τους τοίχο προστασίας για τα δάκρυα νοσταλγίας που πέφτουν απ’ τον Ουρανό, απ΄ εκείνους που αφήσαν εκεί κομμάτια της Ζωής τους, και ήταν και σήμερα γεμάτες από δάκρυα οι τρύπες, για να καθρεπτίζεται εκεί μέσα, η Καστοριά, η Όμορφη πόλη και να ξεπλένει τις πληγές της.

Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού

ΥΓ Σε τρία –τέσσερα μπαλκόνια σήκωσα τα μάτια μου προς τις ψιθυριστές φωνούλες και την ίδια εικόνα συνάντησα: αντικρυστά κάθονταν σε πολυθρόνες, με το ζιλέ στις πλάτες και μπλεγμένα τα τεντωμένα πόδια, από δυο γυναίκες: Η κυρία του σπιτιού με την  γυναίκα –βοηθό της. <Με γυναίκα-βοηθό μεγαλώνουν τα παιδιά, πλέον, με γυναίκα –βοηθό φεύγουν οι γέροντες> σκέφτηκα…. <Χωρίς γονείς κοντά τους τα παιδιά, χωρίς παιδιά κοντά τους οι γονείς>. (  Όχι, δεν θα ήταν κακό. Αν οι πρώτοι <γονείς> ήταν διαφορετικά πρόσωπα από τα δεύτερα <παιδιά>  !!!!!)  Όχι, δεν ακούγονταν ούτε παιδικές φωνές από μέσα ούτε τίποτα. Οι δυο τους συνομιλούσαν, οι δεύτερες με αρκετά καλά ελληνικά, πια. Και περίμεναν, οι δυο τους το Φθινόπωρο