Ρεπορτάζ απο τη βόλτα του Σαββατοκύριακου στο Τσαρσί στα 1973 (Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Μπορεί νάχουνε περάσει τέσσερις δεκαετίες και κάτι…- απο τότε-, ωστόσο υπήρξαν κάποιες μικροχαρές και συνήθειες που μοιραστήκαμε την εποχή εκείνη, κι ήταν δεμένες  με τα Σαββατοκύριακα και τη βόλτα στο Τσαρσί, το δρόμο της οδού Μητροπόλεως όπου βρίσκαμε εμείς τα νέα παιδιά διέξοδο απο την καθημερινότητα και την κλειστή ζωή…

Διαβαίναμε απο τον ίδιο δρόμο που πέρναγαν κάποτε οι παλιότεροι συμπολίτες για να ψωνίσουν τα απαραίτητα, τις ώρες του μεσοπολέμου, με τα εμπορικά καταστήματα, και τα μικρομάγαζα της Εβραϊκής και της Χριστιανικής κοινότητας. Η επάνω αγορά συνέχισε και μετά το 1950 νάχει τα απαραίτητα προϊόντα και τ΄ αγαθά της…

Η νεώτερη γεννιά των συμπολιτών γνώρισε το Τσαρσί, τις ώρες της βόλτας… Εκεί τα ζαχαροπλαστεία εκεί οι οικογενειακές ταβέρνες, κι οι κινηματογράφοι… ΄Οταν έμπαινες στις αίθουσές τους, ξεχνούσες εύκολα το δρόμο και τη βόλτα, είχες κιόλας αποδράσει για ένα δίωρο, απο τα ίδια και τα ίδια … διότι κάποιοι απο εμάς ζούσαμε άθελα και απρόθυμα, στην μικρή μας πολιτεία, με τις φυσικές της χάρες και τις δυσκολίες της.

΄Αν τώρα περάσουμε σήμερα νύχτα ή μέρα απο το δρόμο αυτό και έχουμε υπ΄ όψιν μας όσα εμείς γνωρίσαμε… μετά λύπης μας δεν θα βρούμε «κοινά σημεία»… ΄Ομως στις αρχές της δεκαετίας του 70, ο δρόμος ήτανε γεμάτος κόσμο, κυρίως νεαρόκοσμο, που βολτάριζαν πάνω- κάτω, απο το καφενείον «Το Παλλάδιον» μέχρι την πλατεία Ομονοίας. Μια δυο φορές ανεβοκατέβασμα με χαιρετούρες και τυπικά χαμόγελα…

Βόλτα στο Τσαρσί, απο τη μια πλευρά του δρόμου, ανεβαίνανε οι μισοί, κι απο την άλλη μεριά οι άλλοι μισοί… καμμιά φορά κάποιοι μπλέκονταν στο άλλο μισό του δρόμου, μα σύντομα βρίσκανε ξανά τη θέση τους, μετά το σύντομο κοντοστέκομα και την ανταλλαγή του χαιρετισμού…

Απο τα θαμπά τζάμια του καφενείου Παλλάδιον και τους καπνούς των τσιγάρων διέκρινες αμυδρά τις φιγούρες των συμπολιτών που αργόπιναν τον καφέ τους, με τη σιγανή κουβέντα και το κομπολόϊ… Κι εμείς να βαδίζουμε απάνω κάτω μέσα στο  προχωρημένο φθινόπωρο, πού ‘φερνε μετά το πρώτο ψιλόβροχο… και το χιονόβροχο…  το βαρύ χειμώνα που θα ακολουθούσε…

Κι είπες… «Θα πάγω σ΄ άλλη γη, θα πάγω σ΄ άλλη θάλασσα. Μια πόλις άλλη θα βρεθεί, καλύτερη απ΄ αυτή…» και τα λόγια του ποιητή να σε κρατούν όρθιο…

1973, ένα φθινόπωρο ακόμη κοντά μας, τις ώρες της δικής μας ΄Ανοιξης… κι όλες οι φιλενάδες παρούσες στη βόλτα του Σαββατοκύριακου, να βολτάρουνε με τα ταγεράκια, τα μαντό, καμαρώνοντας για τα καινούρια γοβάκια που αγοράστηκαν απο την αγορά της Θεσσαλονίκης. Μέϊκ απ, βαμμένα τσίνορα , μπόλικη λακ, ένα καμουφλάζ που κρύβει την νεανική ανησυχία, την τρυφερή ψυχή που ήθελε δεν ήθελε πιάστηκε σαν το έξυπνο πουλί, στη παγίδα του «πρέπει» και του «μη»… σε ώρες που τα κιτρινοπράσινα φύλλα σωριάζονταν στη γη, κι η μυγδαλιά της γειτονιάς μας – αυτό το θαρρετό δέντρο- έστεκε χωρίς φύλλωμα, περιμένοντας υπομονετικά την ώρα του να ξανανθίσει…

Σαββατοκύριακο… στα 1973

πέρασε κι αυτό όπως και τα προηγούμενα… και δεν μας έδωσε ούτε μια στάλα ελπίδας για την επόμενη μέρα… νύχτωσε … σε λίγο η μικρή πολιτεία θα βυθιστεί στον ύπνο και το πηχτό σκοτάδι… τότε είναι η ώρα που θα ξεδιπλωθούν τα όνειρα, σαν τα προικιά τα φροντισμένα , που λες πως θα αλλάξουνε τη ζωή μας, θα γαληνέψουνε την πληγωμένη μας νιότη , που ασφυκτιά στο στενό δρόμο της βόλτας του Σαββατοκύριακου , περιμένοντας εκεί να βρεί απαντήσεις… ανάμεσα στο τίποτα και τα πάντα…

Τότε μια άλλη πόλη μεσ΄ στη νύχτα  γεννιέται, φωτεινή, ηλιόλουστη, ιδανική… ενώ ο χρόνος ρέει ακάθεκτα…

Οι μικροί μεγαλώνουνε κι οι μεγαλύτεροι ακόμα πιο πολύ… κάποιοι χάνονται και βγαίνουν απο το εφήμερο σκηνικό, που κάθε φορά στήνεται πρόχειρα, σαν τον μπερντέ του Καραγκιόζη, που ονειρεύεται τα φρέσκα καρβέλια, που θα τον κρατήσουν ζωντανό τις ώρες της μεγάλης πείνας…

Κι η ζωή εδώ στη μικρή πολιτεία εξακολουθεί να συνεχίζεται με τα πρέπει και τα μη που γνωρίζαμε απο πρώτο χέρι… καθώς όλα τα διαφορετικά έως φυσιολογικά, φαντάζουνε περίεργα και συζητήσιμα…

Ο γάμος που τελέστηκε με όλη τη μεγαλοπρέπεια , ο αρραβώνας που διελύθει λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων, η αρρώστεια που χτύπησε τη διπλανή πόρτα κι η αυθάδεια των καθώς πρέπει θυγατέρων, που αψήφησαν τα προξενιά και χωρίς περίσκεψιν ερωτεύθηκαν, δίχως να ζητήσουν την άδεια απο συγγενείς, συμπεθέρια και την κοινή γνώμη …

Στις κοινωνικές στήλες των τοπικών εφημερίδων, θα δημοσιεύονται πάντα οι ευχετήριες επισκέψεις, οι δωρεές υπέρ των τεθνεόντων, οι νέες αγγελίες για αρραβώνες και επικείμενους γάμους…

Και ο νεαρόκοσμος να χρησιμοποιεί τον δρόμο αυτό σαν διέξοδο, όπως ο κατάδικος που βγαίνει απ΄το κελί του, κάνει τον περίπατό του και ξαναμπαίνει πάλι μέσα στον ανήλιο χώρο.

Μα ευτυχώς η τοπική εφημερίδα έχει το δωράκι της. Είναι οι στίχοι της Ιφιγένειας Διδασκάλου, τρυφεροί, ανθρώπινοι, με έρωτα ζυμωμένοι, που μιλούν άλλοτε για την απουσία, κι άλλοτε για τον ερχομό της αγάπης…

«Σε τέτοιες μέρες

οι νύχτες όλες ίδιες είναι…

αφέγγαρες.

Και το σκοτάδι αρπάζει την καρδιά.

Η αγάπη αγρυπνά στην καρδιά μου

Σφαλνώ τα μάτια

χρυσή αμοιβή.

Στίλβουν οι νύχτες αγαπημένε.

Μιας έκθαμβης παρουσίας το ρίγος

διαπερνά τα μέλη μου…

Ο κόσμος γνώριμος

Δικός μου ο κόσμος όλος…

Νοέμβριος του 1973

Καθώς ο μήνας ξεπέρασε τα μισά του… οι δυο τελευταίες Κυριακές 18 και 25 του μήνα, περάσανε χωρίς τη συνηθισμένη βόλτα, το ζαχαροπλαστείο, το σινεμά, την ταβέρνα. Κλειστά όλα τα στέκια κι άφαντα τα παιδιά στο καθιερωμένο ραντεβού του Σαββατοκύριακου… ύστερα απο την κήρυξη του στρατιωτικού νόμου… καθ΄ άπασαν την χώραν.

Ακόμη και οι μελωδικές φωνές των χορωδών σιγήσανε, καθώς εμείς τους ακούγαμε συχνά να κάνουνε τις πρόβες, εκεί στον ίδιο δρόμο, λίγα μόλις βήματα πιο πέρα απο το σημερινό επιμελητήριο.Απέναντι ακριβώς υπήρχε η δημοτική βιβλιοθήκη. Σ΄ αυτούς τους δύο χώρους διατηρήθηκε μια μυστική συμφωνία… να «κρατηθεί» ζωντανή η παρουσία των νεαρών παιδιών που έβρισκαν εκεί ένα σημαντικό λόγο να εκφραστούν, να υπάρχουν, να τραγουδούν τα τοπικά παραδοσιακά τραγούδια, την Ανθηνά, τη Νέτα, την Εβραιοπούλα… ή να αναζητήσουνε  ένα βιβλίο που θα τα έστελνε μακριά απο τα μουντά καθημερινά απογεύματα…

25 Νοεμβρίου 1973…

΄Οσοι  «πιάναμε» τους ραδιοφωνικούς σταθμούς Ντόητσε βέλλε, ισί Παρί, μπιμπισί , μαθαίναμε τα γεγονότα στην Αθήνα και την πτώση των πραξικοπιματιών…

Ελπιδοφόροι στόχοι, ακούγονταν στα μεσοδιαστήματα «λίγο ακόμα θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν΄ ανθίζουν, λίγο ακόμα να σηκωθούμε ψηλώτερα…»

«της δικαιοσύνης ήλιες νοητέ

και φυρσίνη εσύ δοξαστική»,

στίχοι που λειτουργούσαν σαν αντίδοτο κατά της πολιτικής μούχλας και υπέρ της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δοκιμάστηκαν αλύπητα αφήνοντας στην ψυχή μας περιθώρια για να μην χάσουμε ολότελα… την ελπίδα…

Κάποια πράγματα όμως έχουν ημερομηνία λήξεως. Λίγα χρόνια μετά η βόλτα τα Σαββατοκύριακα σήμαινε – ΤΕΛΟΣ…Απο τότε η περιοχή υποβαθμίστηκε και η ερήμωση είναι ολοφάνερη.

Εν τω μεταξύ συνέβησαν πολλές μικρές ή μεγάλες αλλαγές στον τρόπο ζωής , που έφθασαν σιγά σιγά  και στα μέρη μας… Αφήσαμε χωρίς δάκρυα το Τσαρσί, αποχαιρετώντας τα ζαχαροπλαστεία του, την αγορά του… για να βρούμε αλλού ότι μας χρειάζονταν. ΄Ετσι έσβησε το Τσαρσί. Τώρα μόνο άδεια καταστήματα συναντά κανείς, πλην ολίγων επιχειρήσεων που μάχονται ηρωϊκά να κρατηθούν.

Ομως κάποιες φορές καθώς περνούμε απο κει… θυμόμαστε τις στιγμές , τις ώρες , τα χρόνια που ανεβοκατεβαίναμε βολτάροντας… αναζητώντας το τίποτα ή τα πάντα.

Μαρούλα Γκαμπέση