Μία φωτογραφία, κι ένα σημειωματάριο… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Μέρα δεκαπενταύγουστου του 1960, ή μήπως τέλος του μήνα; Πιθανόν Κυριακή, πριν μπεί ο Σεπτέμβρης κι οι ζεστές μέρες καλούσανε τον κόσμο στις  εξοχές με τον ήλιο απαραίτητο στο εκδρομικό σκηνικό…

΄Ετσι ή κάπως έτσι, συντροφιές, παρέες, σόγια, παίρνανε την απόφαση να εκδράμουν προς τα ορεινά μέρη του τόπου, όπου το καθαρό αεράκι και το γάργαρο νερό που κυλούσε από τα κατακάθαρα ρυάκια τους έδινε άλλη μια ευκαιρία να περάσουνε ευχάριστα στην ύπαιθρο, συν γυναιξί και τέκνοις.

Οι πλαγιές του Βιτσίου ήταν ότι έπρεπε για την περίσταση, με τις σκιερές βαλανιδιές, τις ψηλές του οξυές , τα θαμνώδη του καταπράσινα φυτά κι όλα τα αγριολούλουδα που χάνονταν ανάμεσά τους, ανώνυμα , πολύχρωμα , με λεπτή μοσχοβολιά. Το σόϊ μας ήταν πανέτοιμο από την προηγούμενη, με τα καλάθια του γεμάτα, τα σινιά με τις πίτες, τα βαριά καρπούζια, τα κεφτεδάκια και τα σαλατικά τους, ικανά να θρέψουνε τους πάντες, από τους νονούς ως και Καστοριανούς της διασποράς, προερχόμενους από το Παρίσι.

Το λεωφορείο του θείου Αργύρη Βολογιάννη ήταν εκείνο που μας ανέβαζε στα ψηλά κορφοβούνια, λίγο μετά το χωριό Οξυά, με τη βρύση του προπάππου μας, να «τρέχει» φρέσκο νερό από τότε που έγινε. Λίγο πιο χαμηλά από την κορυφή του Βιτσίου στρατοπεδεύαμε, επιλέγοντας το καταλληλότερο μέρος για την πολύωρη διαμονή μας. Από μακριά, ιδίως τις πρωϊνές ώρες, όπου η ατμόσφαιρα ήταν πεντακάθαρη, θαυμάζαμε απ΄ την κορυφή την Καστοριά- μια στάλα η γαλάζια λίμνη της και μέσα η χερσόνησος, με τους ανθρώπους, τα σπίτια, τα δέντρα της…Η ματιά μας βοηθούντων των μεγάλων, έφθανε ως το Θερμαϊκό κόλπο και την φτωχομάνα Θεσσαλονίκη. Περήφανα και ικανοποιημένα για όσα είδαμε, κατεβαίναμε στον κατασκηνωτικό χώρο πιάνοντας το παιχνίδι, ενώ οι κυράδες  στρώνανε τα χρωματιστά χρουπιστινά κιλίμια στη γη, κοντά πάντα σε σκιερά δέντρα, δυο βήματα από το πυκνό δάσος, με τα μύρια μυστικά τους, τα ξωτικά, τις νεράϊδες που σίγουρα θα λούζονταν στις νερομάνες και τις πεντακάθαρες πηγές του νερού, που κατηφορίζοντας έβρισκαν τον λαδοπόταμο- παραπόταμο του μεγάλου Αλιάκμωνα… και έκαμναν το τρανό τους ταξίδι μέχρι να συναντήσουν τη θάλασσα του Θερμαϊκού.

΄Όταν είναι κανείς παιδί βρίσκει , ανακαλύπτει στο πι και φι τρόπους να παίξει, να συνεργαστεί, να γίνει κι αυτό κομμάτι του τοπίου… Θάμασταν δε θάμασταν καμμιά 8 έως 10 εξαδέρφια και κοντινά σε ηλικία, οπότε με τη βοήθεια των μεγάλων που κόβανε κλαδιά ολόϊσια θα περνούσαμε όλη μέρα εξαιρετικά… Αφαιρούσαμε από ολόγυρα τα μικρότερα κλαδιά και τα φυλλαράκια, οπότε στο τέλος βαστούσε το καθένα μας από δυο μακριές βέργες, έτοιμες για να τις χρησιμοποιήσουμε στο καλοκαιρινό μας παιχνίδι… επιχειρώντας ένα ξεχωριστό σκι , χωρίς χιόνι, αλλά γλιστρώντας επι πολλές φορές στα δικά μας κατηφορικά και πράσινα μονοπάτια, κατορθώνοντας με επιτυχία να κάμνουμε διαδρομές προς τα χαμηλότερα σημεία, και φτου κι απ την αρχή , επαναλαμβάνοντας με τον ίδιο τρόπο το κατέβασμά μας, μέχρις ότου νάρθει η ώρα του οικογενειακού φαγητού, με τα καλά  του Αβραάμ και του Ισαάκ.

΄Ηδη ο ήλιος είχε ανέβει ένα κοντάρι και τα στρωσίδια μεταφέρονταν σε πιο σκιερά μέρη κι ανοίγανε τότε τα λευκά τραπεζομάνδηλα ,τα πιατικά, κι έφθαναν οι αξέχαστες θείες κι οι μανάδες, με τους τεντζερέδες , τα ταψιά και τα ταψόπλα, κι όλα αυτά μέσα σ΄ ένα ορεινό και ονειρεμένο τοπίο, ενώ από πολύ κοντά ακούγονταν οι ήχοι από το γάργαρο ρυάκι όπου το καρπούζι βαφτισμένο στα νερά του, γίνονταν κρεχτό, μπούζι και τι άλλο να  επιθυμήσει κανείς μετά το φαγοπότι… όπου κατά τη διάρκειά του, άκουγες «επαίνους» για την επιδεξιότητα των κυράδων και την νοστιμιά των φαγητών…

-Ντότα η πίτα σου δεν πιάνεται, γειά στα χέρια σου!

-΄Ολγα το παστίτσιο σου μερακλίδικο, εύγε!

-Κούλα τα γεμιστά σου όνειρο!

-Το σαραγλί της Βενετούλας μπουκιά και συγχώριο!

γειά στα χέρια σας νυφαδιές!

-Νίνα τα μπουρεκάκια σου υπέροχα!

– Λευκή τα ισλί σου, τέλεια στο σιρόπι!

Με τα παινέματα αυτά και το στομάχι χορτάτο, οι μεγάλοι έπαιρναν μετά τον μεσημεριανό ύπνο για λίγο , όπου συνυπήρχε το ροχαλητό με το τιτίβισμα των πουλιών που μπαινοβγαίνανε στις φυλωσσιές, ίσως ξαφνιασμένα από την ανθρώπινη παρουσία… Μέσα στο μεσημεριανό χαλάρωμα των μεγάλων, ξαπλώναμε και μεις παραδίπλα στη γη με τα μυστικά της, τα ζουζούνια της, τη φρέσκια τσουμπρίτσα που μοσχομύριζε φυτρώνοντας τόσο κοντά μας… κι ήταν απαραίτητη για τα λουκάνικα του δωδεκαήμερου…

Εως ότου ο ήλιος κατέβει ένα κοντάρι, το σόϊ έπιανε το χορό και το τραγούδι… «άσπρο τριαντάφυλλο φορώ», «ρουσούλαινα», «με πήρε ο ύπνος κι έγειρα στου καραβιού την πλώρη», «το γιλεκάκι…».

Ανάμεσα σ΄ όλη αυτή τη συντροφιά, υπήρχε κι ένα δεκαπεντάχρονο ξανθόμαλλο κορίτσι – η Κατερίνα – , που φορούσε σορτσάκι, θύμιζε πολύ την μπε-μπε , μεγαλωμένη και γαλλοαναθρεμένη στην πόλη του φωτός και για μας πρότυπο ομορφιάς, κόρη του Μανώλη και της Βαγγελίτσας Γκαλιστινού.

Τι γρήγορα που έγειρε ο ήλιος … πόσο  δροσέρεψε το περιβάλλον και πόσο εύκολα μαζευτήκανε τα κιλίμια, αφού πρώτα κεραστήκανε τον απογευματινό καφέ με το κουλουράκι…

Το λεωφορείο πήρε επιβάτες και άδεια ταψιά, αποχαιρετήσαμε τη θεία Κατερίνα από την Οξυά, ήπιαμε νερό από τη βρύση του μακρινού παππού, επιστρέφοντας στην πόλη, με τις ωραίες εικόνες από την εκδρομή στα ορεινά, ενώ ανταμώναμε κι άλλα λεωφορεία γεμάτα κόσμο που για τον ίδιο λόγο βρεθήκανε στις πλαγιές του Βιτσίου. Δεν είχαμε ιδέα πως θάτανε η τελευταία εξόρμησή μας προς τα κει…

Από τότε κι έπειτα η κορυφή κι ο γύρω χώρος χρησιμοποιηθήκανε για στρατιωτικούς σκοπούς. Οι συντροφιές επιλέξανε άλλους προορισμούς, οι  εκδρομές γίνονταν και πάλι, μα το καλοκαιρινό σκι δεν μπορέσαμε να το ξαναχαρούμε άλλο… Μα το πιο τραγικό μήνυμα ήταν , καθώς ωριμάζαμε μάθαμε πως ο αδελφοκτόνος σπαραγμός έγινε εκεί όπου άνθιζε το άγριο θυμάρι, τα βασιλικά μανιτάρια, η μοσχομυριστή τσουμπρίτσα, με τις πυκνές φυλλωσιές από βαλανιδιές και οξυές καταπράσινες σε ώρες καλοκαιρίας κι ήταν αμέτρητα τα νεανικά κορμιά που θαφτήκανε ή δεν θαφτήκανε σε ώρες άκρατου μίσους…

Περάσανε χρόνια από τότε , μα ως μαθητές και μαθήτριες του λυκείου βρεθήκαμε να διαβάζουμε και να μελετάμε τις αρχαίες τραγωδίες, γεμίζοντας τα σημειωματάριά μας με σχόλια κατά τη διάρκεια της παράδοσης από τον φιλόλογο καθηγητή. Στο παλιό μαθητικό σημειωματάριο υπάρχει το πάρα κάτω σχόλιο… « Η Αντιγόνη» του Σοφοκλή τήρησε το ιερό της χρέος να θάψει αυτή τον αγαπημένο της άταφο αδελφό, καθώς ο Ετεοκλής, ο άλλος αδελφός θάφτηκε με δόξες και τιμές, ενώ ο Πολυνείκης κατά τον ηγεμόνα της πόλης δεν το δικαιούνταν… Σ΄ αυτό το πρόσταγμα η Αντιγόνη έρχεται αντιμέτωπη με τον σκληρό ηγεμόνα, διότι η αδελφική της αγάπη είναι ίση ανάμεσα στα δύο αδέλφια…

Η δύναμη της αγάπης στέκει ψηλότερα για την ηρωϊδα του Σοφοκλή κι η γυναικεία της ματιά βλέπει καλύτερα από κείνην του ηγεμόνα μαζί με το άγραφο δίκαιο που την οδηγεί στην ταφή του Πολυνείκη.

Τα παθήματα διδάσκουν τους ανθρώπους, αλλά συχνά η διδαχή έρχεται αργά…

Ωστόσο κάποιοι μπορούν να αλλάξανε ρότα, να βρούν σανίδα σωτηρίας, πυξίδα, ή ένα σίγουρο και ασφαλές μονοπάτι για να βγούνε σε δρόμο που θα τους οδηγήσει να σχηματίσουνε ένα νέο κώδικα συμπεριφοράς και αξιών, που θα δώσουν ελπιδοφόρο νόημα στη ζωή τους… ώστε να συμβάλλει δημιουργικά σε μια κοινωνία που την υπηρετούν πρόσωπα σεμνά, πολιτισμένα, με πνευματικές αξίες, δημοκρατική σκέψη και σεβασμό…

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση