Κολοκοτρώνη και Νικίδη Γωνία (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Οι καλοκαιρινές βραδιές στο τέλος Ιουλίου του 58 – 59 ήταν διανθισμένες που και που με τις βολτίτσες στα πάρκα και τις επισκέψεις στα κοντινά εστιατόρια στο κέντρο της αγοράς, δύο βήματα από τα σπιτικά μας.

Πίσω από τα σημερινά γραφεία της «Φωνής» ένας κήπος πνιγμένος από πράσινο περίμενε τα βράδια τους περαστικούς και τους γείτονες με τα γυναικόπαιδά τους. Οι φωτεινές γιρλάντες προσθέτανε κάτι το φαντασμαγορικό και μαγευτικό για τα παιδικά μάτια και στηρίζονταν μέσα από τα καταπράσινα κλαδιά των πανύψηλων δέντρων που υπήρχανε στον χώρο.

Ξύλινες καρέκλες και τραπεζάκια βρίσκονταν σκορπισμένα στην αυλή του, με τα λευκά τραπεζομάντηλα και την κανάτα γεμάτη με τρεχούμενο νερό. Εντράδες έγραφε ο κατάλογος της «Κληματαριάς» μαζί με τα άλλα μεζεδάκια που υπήρχαν ενώ οι μεγάλοι παραγγέλνανε μπάμιες με κρέας ή νοστιμότατο τουρλού και εμείς τα παιδιά βολευόμασταν πάντα με ζεστές τηγανιτές πατάτες και κανένα κεφτεδάκι.

Από το ράδιο ακούγονταν μελωδίες γνωστές που στάθηκαν από τότε στ’ αυτί μας από φωνές γνώριμες του Νίκου Γούναρη και της Δανάης, και αγαπημένων «τρίο» της εποχής.

Στα οικογενειακά βραδινά τραπέζια, συνυπήρχαν κι άλλες πολλές φαμελιές σωφέρ – ανθρώπων της πιάτσας – που συνήθως κάνανε τις καθημερινές κουβέντες δίνανε διέξοδο στις συμβίες και στα παιδιά τους, ξεφεύγοντας από τα ίδια και τα ίδια. Όσο για εμάς τα παιδιά, ψάχναμε μέσα στα λευκά χαλίκια του κήπου τα καπάκια της μπύρας της γκαζόζας και οτιδήποτε άλλο από πώμα μπουκαλιού.  Ήτανε μια από τις συνήθειες να τα μαζεύουμε μετά το φαγητό, γιατί μετά ακολουθούσε και το «κρυφτό» πίσω από τους κορμούς των δέντρων και τις πλάτες των μεγάλων που αργοπίνανε το κρασάκι και την μπυρίτσα τους.

Νύχτες ανέφελες κι ανέμελες με τα’ αστέρια από ψηλά και στην «Μυροβόλο άνοιξη» δίπλα από την «κληματαριά» να μας περιμένει το λαχταριστό ριζόγαλο, οι κρέμες που μοσχομυρίζανε φρέσκο πρόβειο βούτυρο, οι πρώτες πάστες στολισμένες περίτεχνα μαζί με τα κλασικά γλυκά του ταψιού ρεβανί, μπακλαβά, καταταϊφι….

Καμιά φορά όταν περνά κανείς από τα γραφεία της εφημερίδας «Φωνή» καθώς βρίσκεται στην εξώσκαλα σκύβει και παρατηρεί ότι απέμεινε από αυτόν τον ονειρεμένο κήπο, όπου δοκιμάζαμε πιτσιρίκια γλυκές και αλμυρές γεύσεις.

Η «Κληματαριά» βρίσκονταν στη θέση απέναντι από το μέχρι πρόσφατα πρώην κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και το καφενείο «Το Κέντρο» που για πολλές δεκαετίες φιλοξένησε τον κόσμο της πιάτσας. Είχε δύο μεγάλες εισόδους μπρος και πίσω και εμείς μικρά παιδιά περνούσαμε από την μια πόρτα στο μέσον της Ερμού για να βγούμε μετά στην οδό Κολοκοτρώνη κάνοντας ένα πέρασμα από το κατάμεστο καφενείο.

Όταν περνούμε από τους δρόμους αυτούς έχουμε αναπόφευκτα μαζί μας τις εικόνες που αναλογούν σ’ ένα συγκεκριμένο πλάνο, συνοδευόμενες από την βελούδινη φωνή της Δανάης, και τους εντράδες που σερβίρανε στον κήπο της «Κληματαριάς» μαζί με τις παιδικές μας φωνίτσες, το σύντομο κρυφτό πίσω από τις πράσινες γωνιές και λαμπερά φωτάκια που δένονταν από δέντρο σε δέντρο.

Λίγα μέτρα ανηφορικά στην οδό Κολοκοτρώνη δίπλα από το άγαλμα του Βαλαλά βρίσκονταν το ζαχαροπλαστείο «Τζήλλας» όπου παρασκευάζονταν οι πιο υπέροχες γεύσεις. Κάθε τόσο έβγαινε κόσμος από κει φορτωμένος με τα πακετάκια με τα καταπληκτικά και μοναδικά γλυκά του.  Οι παλαιοί γνωρίζανε πως ο παππούς της οικογένειας υπηρέτησε ως τσολιάς στα ανάκτορα και υπήρξε γνώστης των ευρωπαϊκών και Βαυαρέζικων γλυκισμάτων που έτερψαν πολλές γενιές νεοελλήνων κι ετοιμάζονταν στις κουζίνες των ανακτόρων από την εποχή του Όθωνα και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να μας γλυκαίνουν.

Ανάμεσα σε τρεις τετραόροφες οικοδομές, βλέπεις να στέκει όρθιο ένα από τα δέντρα, μια πανύψηλη ιτιά, και να φτάνει με το ύψος της ως τα κεραμίδια τους. Ασθενική, αναιμική δείχνει αφού δε δέχεται παρά για ελάχιστες ώρες, τις ηλιαχτίδες που κατορθώνουν να φωτίσουνε μετά βίας τον παλιό κήπο. Τα πυκνά φύλα της συκιάς πλουτίζουνε σε πράσινο τα απομεινάρια παλιών τοίχων που δεν φαίνονται, σκεπασμένοι μαζί με τον κισσό που επί χρόνια κατόρθωσε να αγκαλιάσει σφιχτά τον κορμό του πανύψηλου δέντρου. Στο έδαφος άφθονες οι τσουκνίδες μαζί μ’ άλλα ζιζάνια, ασήμαντα κι ανώνυμα που στολίζουν τον γύρω χώρο το εξοχικό κομμάτι της πρώην «Κληματαριάς» διαστάσεων ανάμεσα στα 80 με 100 τετραγωνικά.

Τώρα φιλοξενεί τα αλητάκια πουλιά της περιοχής, κυρίως σπουργίτια που βρίσκουν καταφύγιο, στήνουν φωλιές ή βρίσκουν έτοιμες εγκαταλειμμένες. Το Πέταγμά τους ζωντανεύει κάπως τον πράσινο παλιό κήπο που ζει πλαϊ σε ανθρώπους εργαζόμενους σε γραφεία που δεν καλημερίζονται κι’ ούτε προφταίνουν να ρίξουν μια ματιά προς τα εκεί. Ανάμεσα στην άφθονη πρασινάδα συναντάς και κάποια πλαστικά αντικείμενα ξεχασμένα ή πεταγμένα που φανερώνουνε το πέρασμα κάποιων που έχουνε μπει στο χώρο κι από μια ανάγκη αφήσανε κάτι άχρηστο και περιττό ξέροντας πως δεν ενοχλούν παρά μόνον τους ονειροπαρμένους, τους γραφικούς, τους αεροβάτες και γενικώς κάθε ύποπτο που ζει σ’ ένα κόσμο σκληρό, ωμό, βίαιο, ασυγκίνητο.

Κι όμως ο κήπος εκείνος πεισματικά ζει στη σκέψη μας, επειδή εκεί κινούνταν οι παιδικές μας φιγούρες με τα λεπτοκαμωμένα άκρα, ντυμένα με κοντά παντελονάκια, με τα πέδιλα του Πυροβέτση, του Λυκογιάννη, του Ανδρίκου, και τα’ αμερικάνικα από οργαντίνα ή τσίτι φουστανάκια που μας έστελναν οι θείες από την αμερική.

Ώρα δέκα μετά το φαγητό. Ώρα για επιστροφή, κι εμείς βαδίζαμε προς τα ψαράδικα, περνώντας από τον σχεδόν έρημο δρόμο της 11ης Νοεμβρίου, περνώντας την Ερμού, χαζεύοντας τις βιτρίνες των καταστημάτων Τσολάκη, Ρούβα, Βογιατζή με τα είδη νεωτερισμών και τις ποικίλες κλωστές φθάνοντας μέχρι τα προαναφερθέντα υποδηματοποιεία, το εμπορικό του Γκολογκίνα με τα αναρίθμητα προϊόντα, περνώντας από το εδωδημοπωλείον του Μίκη Χήτα με τα λαχταριστά κρεμαστά λουκάνικα, στρίβοντας μετά προς την οδό Άρτη έχοντας στο πλάϊ αριστερά και δεξιά τα μπακάλικα του Γουδή, του Δάλλα, τα υφασματοπωλεία του Κώτα και του Παπαμιχαήλ, το κατάστημα υαλικών Δουμουξή, τις μπογιές του Αλεξόπουλου ως ότου φτάσουμε σ’ ένα διώροφο σπίτι σαν ανάμνηση. Η αγορά ήταν άδεια από το καθημερινό κοσμολόϊ… Το καφενείο Κοτορένη, το υφασματοπωλείο Γεργίνη, ο Αρβανιτάκης με τις μπογιές του, και την συναλλαγματική δραστηριότητα, το φωτογραφείο Τζηκαλάγια, οι αδελφοί Πανταζίδη με τα αλεύρια τους, το χάνι, ο φούρνος του Κάρζια με το κουρείο του Χρηστάκη, έρχονταν σ’ αντίθεση με τους ρυθμούς της μέρας που ήταν όλο κίνηση από κόσμο που αναζητούσε κάτι από εκεί. Τη νύχτα έμοιαζε πια μ’ ένα δρόμο ήσυχο κι απάτητο που ξεκουράζονταν από το αλισφερίσι της μέρας σφαλίζοντας τις πόρτες του, έως ότου ξημερώσει κι ανοίξουν και πάλι τα βαριά κεπέγκια, τα λουκέτα που το προστάτευαν όλη τη νύχτα.   Ησυχία τάξη και ασφάλεια στα πάρκα και μόνο το περίπτερο του Αργύρη έμενε ανοιχτό κάπως αργότερα. Εμείς περνούσαμε μέσα από το πάρκο όπου ξέφευγε από τις πιο σκοτεινές γωνιές του καμιά πυργολαμπίδα – σφιτούλκα.

Σ’ αυτά λοιπόν τα τετράγωνα και τους δρόμους πρωτογνωρίσαμε γεύσεις μυρωδιές ντόπιες και δυτικές μαζί με  μικροχαρές κάτω από το φως των αστεριών τα δροσερά και περασμένα καλοκαιρινά βράδια. Κι αν δεν υπάρχει ανάλογο φωτογραφικό υλικό εμείς σαν πλανόδιοι  φωτογράφοι του παλιού καιρού κουβαλούμε στη ράχη μας την τετράποδη παραδοσιακή μηχανή βαστώντας το φίλμ μέσα στο ξύλινο σώμα της, συνοδευόμενη με την ανάλογη μουσική που παίζει απόμακρα επιστρέφοντάς μας στο πλάνο εκείνο με την νοσταλγική μελωδία του ακορντεόν να παίζει «Μυροβόλο  φυσούσε τ’ αγέρι…».

Υ.Γ.: Σαν απορία απομένει αν εκεί υπήρχε εκεί η ρίζα κληματαριάς, μιά και το εστιατόριο βαπτίστηκε με τ’ όνομά της.

Μπορεί η παιδική μνήμη να λησμόνησε την παρουσία της μαζί με τα πράσινα φύλλα, τα ζουμερά τσαμπιά που κρέμονταν, δίπλα στους χρωματιστούς γλόμπους, που του χάριζαν και από τις πολύχρωμες ανταύγες τους.

Ποιός θα μας το πεί;