kastoriakalokairi

Καλοκαίρι του 1959… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Σήμαινε διακοπές από τα σχολικά καθήκοντα… για τρεις μήνες ανεμελιά, ξεκούραση – εντός και επι τα αυτά- χωρίς μετακινήσεις στα ορεινά ή τα παραθαλάσσια μέρη, που ήτανε άγνωστα στους πολλούς…

Οι γραφικές γειτονιές της πόλης μας, είχανε να προσφέρουνε πολλά – τότε- στα παιδιά, που αφήνανε στην άκρη τη σχολική τσάντα.

Ξημέρωνε και το παιχνίδι στην γειτονιά μας συγκέντρωνε γύρω στις δέκα το πρωϊ τα παιδιά της, όπως και τα απογεύματα μετά τις πέντε… κι η  δεύτερη συνάντηση κρατούσε ως αργά το βραδάκι… Στις μικρές πλατείες κάναμε τις πρώτες μας φιλίες και τις συνεργασίες στα παιχνίδια της περιόδου εκείνης. Κυνηγητό, κρυφτό, τριόρι, κουτσουντό, σχοινάκι, «η μικρή Ελένη», «αλάτι χοντρό- αλάτι ψιλό», μπίλλιες, μάχες καουμπόυδων με απάτσι Ινδιάνους, και καραγκιοζοπαραστάσεις… Σίγουρα έχουμε παραλείψει κι άλλα πολλά… που λαγοκοιμούνται μέσα μας…

Εμείς πάντως ως παιδιά της πιάτσας, ανάμεσα στα τωρινά πάρκα Μακεδονομάχων και Ειρήνης, είχαμε έναν ακόμη λόγον περηφανευόμαστε και κυρίως για τις ποδηλατάδες, το ψάρεμα και τα λογής λογής έντομα που τρυγούσαν τα λουλούδια στα πάρκα της γειτονιάς μας, φέρνοντας γύρους απ΄την προτομή του Βαν Φλήτ (που μπήκε κι αυτός κάποτε στα ενδοοικογενειακά μας… ) κι αρκετούς γύρους ακόμη γύρω από τις λευκές μαργαρίτες, τα μοσχομυριστά τριαντάφυλλα, τις άοσμες αλλά εντυπωσιακές ντάλιες, τα ταπεινά χαμομήλια, κι άλλα ανώνυμα άνθη που τραβούσαν τις μέλισσες, τις σφήκες, τους μπούμπανους με άσπρη ή μαύρη μύτη…

Τα «άπονα αγόρια» με το κοντό παντελονάκι… τα δένανε με κλωστή από τα ποδαράκια τους, κι ελέγχανε το πέταγμά τους. ΄Όταν αυτά κουράζονταν τα «ξεκούραζαν» μέσα στα σπιρτόκουτα ή σε κουτάκια, για να πετάξουνε αργότερα… αν… και εφόσον… Αυτό ίσχυε και για τις πεταλουδίτσες που τα κοριτσίστικα χεράκια έπιαναν με δεξιοτεχνία , τις κρατούσανε για λίγο στη χούφτα τους, για να τις αφήσουνε λίγο μετά ελεύθερες… αν και εφόσον…

Τελικά οι αλάνες κι όπου ανθίζανε λουλούδια και ζιζάνια αποδείχθηκαν εκ των υστέρων πως λειτουργούσαν και ως χώρος φυσικής ιστορίας, όπου πρωτοήλθαμε σε επαφή με τα ζουζούνια της ελληνικής γης, ενώ ο κηπουρός του δήμου, ο κυρ Γιάννης, σκάλιζε το χώμα ξεριζώνοντας τα περιττά αγριόχορτα. Ανάμεσα στα ενδημικά φυτά, φιλοξενούνταν κι ο εξόριστος για τα εδάφη αυτά μικροφοίνικας, που άντεχε στα κρύα και τις παγωνιές, κουκουλωμένος με τσουβάλι και νάϋλον, ως ότου έρθει ο καιρός, βγάλει τα χοντρά του επανωφόρια και να «πετάξει» τα πρασινωπά ακτινωτά του φύλλα…

Σ΄ αυτά λοιπόν τα πάρκα, περάσαμε όμορφα καλοκαίρια, τρέχοντας, μαζεύοντας χαμομήλι, πολεμώντας τον αόρατο εχθρό , ανάμεσα σε κρινάκια και βιολέτες, τσουκνίδες και γαϊδουράγκαθα…

Στα ήπια απογευματινά ανταμώματα, πήραμε τα πρώτα μαθήματα μητρικής αγάπης, αραδιάζοντας τις κούκλες μας, έχοντας παραδίπλα λογιών λογιών πολύχρωμα κουρελάκια που τα προμηθευόμασταν από τα μοδιστράδικα της γειτονιάς.

Τα πολεμικά αγορίστικα παιχνίδια, τόξα, βέλη, φτιαγμένα από τα φυτά της μαγκούτας, έρχονταν σ΄ αντίθεση με τα δικά μας γνωρίσματα και τα καθήκοντα που ήθελαν…έναν κόσμο με τρυφεράδα, που να νανουρίζει τα μωρά του – τις κουκλίτσες μας- στην βραδινή ησυχία, με το  τραγούδι του τζίτζικα και το γλυκόλαλο ήχο του τριζονιού…μακριά από τα πολεμικά συνθήματα, τις ιαχές και τα ξεφωνητά των ατρόμητων μικρών ηρώων της γειτονιάς μας…

  • Κωστάκη, Νικάκη… Τάκη… ώρα για κολατσιό, κι οι μαχητές ξεχνούσανε για λίγο τις πολεμικές επιχειρήσεις, για να στηλωθούνε με μια φέτα ψωμί με ζάχαρη, με τυρί φέτα, και κανένα κουλουράκι της μαμάς… Μετά το σύντομο διάλειμμα, η ανακωχή έληγε, γυρίζανε στα κατακτημένα εδάφη, σχεδιάζοντας τα μελλοντικά τους πλάνα ή αφήνοντάς τα για την επομένη… διότι η νύχτα κι η νύστα… πήγαιναν αντάμα…

Υπάρχει πάντα μια δόση νοσταλγίας, σ΄ όλα όσα ζήσαμε σαν παιδιά… κι όπως ανοίγεις το άλμπουμ με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, νοιώθεις το χρόνο να «σταματά» να « παγώνει» να γίνεσαι τότε ένα δεκάχρονο αγόρι γεμάτο γρατσουνιές στο γόνατο, ή ένα κοριτσόπουλο με το τσιτινό φορεματάκι που μαθαίνει να κεντά στο χοντρό τσουβάλι τις πρώτες σταυροβελονιές… Κι όλα αυτά να συμβαίνουν στο σπίτι, τον κήπο, τα πάρκα που σχεδόν μοιάζανε σαν προέκταση… του χώρου του σπιτιού που μας προστάτευε από κάθε κίνδυνο…

Καλοκαίρι του 1959 και μεις μικρά παιδιά να χαιρόμαστε τις διακοπές, δίπλα στα πλατανόδενδρα που εκτός από τη δροσιά που χαρίζανε, φιλοξενούσανε τους «βιολιτζήδες» τζίτζικες, τα τριζόνια που «χαλούσανε τον κόσμο» με το τραγούδι τους νύχτα και μέρα…

Μεγαλώναμε όλα εμείς τα γειτονόπουλα περίπου με τα ίδια αγαθά με τη μικρή κουζίνα, τη γκαζιέρα, την παγωνιέρα και το πετρογκάζ που …έφερε αλλαγή στο νοικοκοιρόκοσμο…που έβραζε το φαϊ διαφορετικά, μα με την ίδια νοστιμιά… ενώ ο φούρνος της γειτονιάς έψηνε την πίττα , τα «κουλουράκια της μαμάς» και το μοντέρνο γλύκισμα το «κέϊκ»… που ήλθε από την Δύση…

Σ΄ ένα τρανό και βαθύ συρτάρι μιας τρίφυλλης ντουλάπας βρίσκονταν το παλιό φιγουρίνι, σταλμένο από τα σόγια της Νέας Υόρκης, που το ξεφυλλίζαμε ώρες μεσημεριού, παίρνοντας ιδέες, για τα μελλοντικά  μας τσίτινα φουστανάκια. Στο ίδιο συρτάρι, μένανε τα παραμύθια του Αισώπου, τα τρία γουρουνάκια, η χιονάτη με τους εφτά νάνους, κι άλλα γνωστά κλασσικά εικονογραφημένα που μας κρατούσανε συντροφιά… μαζί με τα «βιού μάστερ» μοντέρνας και προηγμένης τεχνολογίας, που παράδειχναν πολλά  για τον Μίκυ Μάους, τον Ταρζάν, τον Σούπερμαν…

΄Όλα αυτά έφτιαχναν ένα μπουκέτο εικόνων και αναμνήσεων όπου χωρούσαν κι οι φιγούρες του Καραγκιόζη, του Σερ Διονύσιου, του Χατζιαβάτη, και όλου του Θιάσου σκιών…

Ο μικρός κήπος , τις νύχτες με το λευκό σεντονάκι, που λειτουργούσε σαν οθόνη… μεταμορφώνονταν σε υπαίθριο κινηματογράφο… με τους καραγκιοζοπαίχτες του και τους μικρούς του θαμώνες…

΄Ολες οι μέρες είχαν την ίδια κίνηση στην γειτονιά, από τα ψαράδικα όπου οι μικρασιάτες παππούδες πια – ψαράδες- αργοπίναν τον καφέ τους, έως τα μπακάλικα και τα ζαχαρτζίδικα , τα ραφτάδικα και τα καφενεία της «γειτονιάς» .

Ζωηρή παρένθεση, σ΄ όλα  αυτά τα ευηπόληπτα ,τα ξεχωριστά σπίτια με τα κόκκινα φανάρια, με τα κορίτσια τους που σαν νοικοκυρούλες βγαίνανε για να ψωνίσουν το ψωμί, το κρέας , τα λαχανικά, φορώντας τα τολμηρά ντεκολτέ και δείχνοντας με το βλέμμα μια «φανερή» αδιαφορία… στα περίεργα παιδικά μάτια που τις «μετρούσανε» με το δικό τους λαθεμένο τρόπο…

Η Κυριακή ήτανε μέρα ήσυχη, γιορτινή, κι ο Άη Γιώργης περίμενε τους ξεκούραστους γείτονες, να τους χαρίσει τη γαλήνη, την υπόσχεση και την ανανέωση των καλών σχέσεων ανάμεσα στα γήϊνα και τα ουράνια μονοπάτια… Το σκηνικό της Κυριακής διανθίζονταν έξτρα με το πέρασμα των φιλάθλων από την οδό ΄Αρτη με κατεύθυνση το λιβάδι… για  τον αγώνα της Κυριακής… Πόσες φωνές δεν ακούγαμε τότε και γέλια ιδίως με την επιστροφή των νικητών και το θαυμασμό για τους ατρόμητους παίκτες… που εξακολουθούσαν να τραγουδούν τον ύμνο της ομάδας…

«η επίθεσή μας είναι λίαν και καλή»

Ή

«έχουμε και τέρμα- τέρμα τον Μαλάκη…»

Τα «χρόνια της αθωότητας» δεν κρατήσανε πολύ… ο χρόνος αλύπητος πάντα… δεν έδινε άλλα δώρα πια…μα… στη γειτονιά μας και τα σπίτια μας, πρωτοπήραμε τα μαθήματα περί κοινωνικής συμπεριφοράς, για το πώς πρέπει να φερόμαστε πως πρέπει να φιλούμε το χέρι του νουνού και της νουνάς, να κλείνουμε τη μύτη μας όταν καταπίναμε το ψαρόλαδο, πως έπρεπε να λέμε ευχαριστώ και παρακαλώ, να φοράμε τα ρούχα από τα μεγαλύτερα αδέρφια και ξαδέρφια, να μην σκαλίζουμε τη μύτη μας μπροστά στους άλλους, να μην τρώμε τα νύχια μας, να μην λέμε κακά λόγια, να μην λέμε ψέματα, να μην βαριόμαστε όταν μας πρόσταζαν να κάνουμε θελήματα… ή να ομολογήσουμε… κάποια αταξία… ποιος έφαγε το γλυκό καϊσι; Πάλι φόρεσες τις γόβες μου ουρσούζικο; ΄Ενας μακρύς κατάλογος εντολών από «πρέπει» και «μη» διάνθιζε την καθημερινότητά μας… και δεν είναι διόλου βέβαιο πως τηρούσαμε κατά γράμμα όλα αυτά…

2017… Οι αναμνήσεις – σαν το γλυκό του κουταλιού, σφραγισμένες καλά στο βαζάκι, διατηρηθήκανε και μας «κρατάνε» στο πόδι, όρθιους στο παρόν… κι όπως λέει και το τραγούδι…

«Είμαστε ακόμα ζωντανοί, στη σκηνή

σαν ροκ συγκρότημα

κι αν μα αντέξει το σκοινί

θα φανεί στο χειροκρότημα…»

Φανεί δεν φανεί … εμείς θα συνεχίζουμε το παιχνίδι της ζωής… το κρυφτό, το κυνηγητό από τα δύσκολα και κάθε δοκιμασία… με το Σταυρό που κουβαλάμε….

Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση