Η Σχολική σάκα στις αρχές του 20ου αιώνα… (Επιμέλεια Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

Από τον δάσκαλο – λαογράφο Λουκά Σιάνο έχουμε αρκετές πληροφορίες για την καθημερινότητα των κατοίκων της πόλης μας, όπου στο παρακάτω κείμενο ο συγγραφέας περιγράφει τον μαθητόκοσμο της εποχής του, κι όλα τα σχολικά τους σύνεργα, στο έργο του

«ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Παλιά Καστοριά – Λαογραφία»

Η ΠΕΤΣΑ

Ανατρέχουμε στο θέμα αυτό σε μια εποχή πριν την απελευθέρωση, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τότε που τα Σχολεία στην πόλη της Καστοριάς ήταν λιγοστά. Λειτουργούσε όμως η Μεγάλη Ελληνική Σχολή που σ΄ αυτήν, στα μεταπελευθερωτικά χρόνια, στεγάζονταν τα δυο δημοτικά σχολεία, το Δεύτερο στον πρώτο όροφο ή το σχολείο του Αθανάσιου όπως το έλεγαν, και το Πρώτο σχολείο ή το σχολείο του Μάνου ή του Καραγκούνα στο δεύτερο όροφο.

Πολύ λίγα ήταν τότε και τα μαθητικά σύνεργα. Το αλφαβητάριο με τα «ία», τα «ωά» και τους «μυς», μια γλώσσα τελείως ακαταλαβίστικη, η πλάκα, χαρακωμένη ή αχαράκωτη με το κοντύλι κι ένα κομμάτι πανί για … σφουγγάρι. Στις μεγαλύτερες τάξεις, εκτός από το αναγνωστικό, είχαν κι ένα-δυο τετράδια, οι περισσότεροι από κόλλες, που οι μανάδες τους τις έραβαν και γίνονταν τετράδια, ένα μολύβι και για σβηστήρι πολλά παιδιά είχαν ένα κομμάτι λάστιχο. Για την αντιγραφή και την καλλιγραφία, στις δυο τελευταίες τάξεις, οι μαθητές είχαν το καλαμάρι με τη χρυσή μελάνη (την αγόραζαν σκόνη) και τον κονδυλοφόρο. Το καλαμάρι που ήταν γυάλινο τετράγωνο ή και καμμιά φορά ένας μικρός «σιουσιές» (πολύ μικρό μπουκαλάκι), το έδεναν με σπάγκο και το κρεμνούσαν από το λουρί του πανταλονιού.

Το τι γινόταν μ΄ αυτό το καλαμάρι δεν περιγράφεται! Οι περισσότεροι γυρνούσαν απ΄ το σχολείο με τα χέρια όλο μελάνη και τα ρούχα – καμμιά φορά ως το φανέλο – βούλες βούλες πάλι από μελάνη. Τα επακόλουθα απ΄αυτές τις απροσεξίες ήταν γνωστά. Πολλές φορές χύνονταν η μελάνη πάνω στο θρανίο με τα σκουντήματα των άλλων μαθητών και τότε αλλοίμονο στο φταίχτη. Για βοηθητικά βιβλία και χάρτες δεν μπορούσε να γίνει λόγος. Μόνο οι δάσκαλοι είχαν τέτοια. Πολύ αργότερα στη δεκαετία του 1920 κυκλοφόρησαν ορισμένα βοηθητικά βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, της Ιστορίας, της Ζωολογίας και μερικά άλλα και μόνο οι μαθητές με τους «εχούμενους» πατεράδες μπορούσαν και τ΄ αγόραζαν. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για τις κασετίνες, τους χάρακες και τις κέρινες μπουγιές.

Κι όλα αυτά τα σύνεργα τα βάζανε σε μια σάκα της εποχής εκείνης που τη λέγανε πέτσα, γιατί ήταν φτιαγμένη από ψιλό πετσί  κάποιου ζώου. Μα και τις άλλες σάκες που τις έκαμναν από ύφασμα και κείνες τις λέγανε πάλι πέτσες. Είχε γενικευτεί η ονομασία αυτή ανεξάρτητα από τι υλικό είχε κατασκευαστεί. Τέτοιες πέτσες ή από λεπτό πετσί ή από ύφασμα, τις έραβαν οι μανάδες των παιδιών ή οι τερζήδες κι οι τσαγκάρηδες της εποχής εκείνης. Οι μαθητές τις κρεμνούσαν χιαστί στον ώμο τους μ΄ ένα λουρί πέτσινο ή πάνινο ή ακόμα και με μια «σφόρα» (λεπτό σχοινί).

Πολλές φορές γυρνούσαν τα παιδιά από το σχολείο με φουσκωμένες τις πέτσες. Φούσκωναν από τα καϊσια, τα γκόρτσα, ή τα κυδώνια, τον καρπό της επιδρομής στους μπαξιέδες της παραγειτονιάς. Άλλες φορές πάλι, όταν σχολνούσαν, καθυστερούσαν στο δρόμο, παίζοντας κανένα τριώρι ή μπίλιες χωματένιες και σπάνια γυάλινες ή και κουτσουντάκι. Τότε τις έριχναν τη μια πάνω στην άλλη και αρκετές φορές, οι πιο ξεχασιάρηδες τις ξεχνούσαν. ΄Αλλα παιδιά πάλι έγραφαν τα αρχικά από τα ονόματά τους πάνω στην πέτσα, για να μη αλλαχτεί μ΄ άλλες ή να χαθεί.

Η πέτσα είχε στενό σύνδεσμο με τη μαθητική ζωή της παλιάς Καστοριάς και παρακολούθησε για πολλά χρόνια τα πρώτα βήματα των μικρών παιδιών στη σχολική τους μόρφωση.

Επιμέλεια: Μαρούλα Βέργου Γκαμπέση

Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος – Πηγή φωτο: lifo.gr