Αναμνήσεις (ιστορίες) από το Δωδεκαήμερο… (Γράφει η Μαρούλα Βέργου-Γκαμπέση)

κατηγορία : Παράδοση από

 

1956, αρχή του νέου χρόνου…

Πέρασε η τελετή του αγιασμού των υδάτων, και κατά το βραδάκι, κι όπως συνηθίζονταν, θείοι, φίλοι και γονείς θα βρίσκονταν στα κέντρα διασκέδασης «Αίγλη», «Βυζάντιον» και αλλού… Για μένα και τον αδελφό μου το σπίτι της θείας Ντότας ήταν το σίγουρο φιλόξενο καταφύγιο… ΄Ενας τοίχος το χώριζε από το χώρο ψυχαγωγίας… ( το σπιτικό αυτό υπάρχει και σήμερα, μ΄ ολοφάνερα τα σημάδια της εγκατάλειψης…ιδίως από την πίσω του όψη. Κάποτε όμως σ΄αυτό κατοικούσε μια εβραϊκή οικογένεια).

Εμείς πάντως με το που φθάναμε εκεί, είχαμε το πεδίο ελεύθερο για παιχνίδια. Μπαινοβγαίναμε κι ανοίγαμε τα χωνευτά ντουλάπια, ερευνούσαμε το κουτουκάκι του, κατεβαίναμε τη στριφογυριστή του σκάλα που οδηγούσε στον κήπο. Σχεδόν αντίκρυ κι αριστερά βρίσκονταν ο ΄Αη Νικόλας του Κασνίτζη.

Εκείνο το βράδυ, θυμήθηκα την εντολή της δασκάλας που είχα στην Δευτέρα δημοτικού. Μας είχε παραγγείλει να γράψουμε μια έκθεση με θέμα «πως πέρασα το δωδεκαήμερο». Ζήτησα την βοήθεια του θείου Αναστάση, και κείνος με προθυμία ανέλαβε να συμβάλλει στην όλη κατάσταση. Αυτός υπαγόρευε κι εγώ σκυμμένη στο τραπέζι έπιανα χαρτί και μολύβι. Με τη δυνατή του φωνή άρχισε να λέει… «΄Ηρθαν τα Χριστούγεννα… πήγαμαν στην εκκλησία… κι ύστερα όλοι μαζευτήκαμαν για τις άγιες μέρες στο τρανό δωμάτιο, γύρω από το μεγάλο τραπέζι, φάγαμαν σαρμάδες, τηγανίσαμαν λουκάνικα, ήπιαμαν κρασί, γλεντήσαμαν και χορτάσαμαν…

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τραγουδήσαμαν το «΄Αγιος Βασίλης έρχεται», και το βράδυ βρεθήκαμαν στο σπίτι της θείας ΄Ολγας. Φάγαμαν πίττα, κότα με αρμιά, κεραστήκαμαν μπακλαβά και κανταϊφι… ΄Υστερα φύγαμαν και γυρίσαμαν στα σπίτια μας…

Την παταρίτσα, ντυθήκαμαν καρναβάλια και πήγαμαν στο Τσαρσί. Χορέψαμαν, ήπιαμαν κρασί και ζαλιστήκαμαν. Μετά πήραμαν το δρόμο για το σπίτι μας, αλλάξαμαν ρούχα και κοιμηθήκαμαν…

«Ποιος σε βοήθησε παιδί μου και έγραψες την έκθεση;» ρώτησε η κυρία Τασίτσα Σιάνου… μισογελώντας…

Κόκκινη σαν παπαρούνα απάντησα ντροπαλά… «ο θείος μου ο Αναστάσης, με βοήθησε…»

«Καλά το υποψιάστηκα είπε η δασκάλα… βλέπω ότι σ΄ έμαθε τα Χρουπιστινά … φαρσί…

Ραγκουτσάρια του 1963

Είμασταν πάνω στην εφηβεία… κι εξακολουθούσαμε νάμαστε δεμένα από την ποδιά της μάνας μας… Καθώς το δωδεκαήμερο έφθανε στο τέρμα του, τα γυναικόπαιδα (το σόϊ ήταν τρανό) της οικογένειας , κατόπιν συνεννόησης αποφάσισαν να «φκιαστούμε» για το αντέτι…

Σημείο συνάντησης το σπίτι μας στην οδό ΄Αρτη («το κέντρο διερχομένων» αγαπητό σε συγγενείς, φίλους, σε χωρικούς και γείτονες).

Απόγευμα ώρα 4… φθάσανε όλοι οι συγγενείς στο σπίτι κουβαλώντας τα ρουχικά της μεταμφίεσης… ενώ στο δρόμο βρίσκονταν παρκαρισμένο το λεωφορείο του θείου Αργύρη, που θα μας σεργιανούσε από σπίτι σε σπίτι… κι όπου αλλού μας έβγαζε ο δρόμος…

Αρχίσαμε να φκιανώμαστε… Το καθημερινό γέμισε από πολύχρωμα ρούχα, αμερικάνικα φανταχτερά πουκάμισα με τριαντάφυλλα, και χαβανέζικες ακρογιαλιές…, γραβάτες με τον Γκούφη και τον Ντόναλντ Μακ Ντακ, γαμπριάτικες σατέν πυτζάμες, νυχτικά μπέϊμπυ ντολ… και καπέλα με χρωματιστά φτερά…

Παίρναμε από τον σωρό και βάζαμε ότι μας ταίριαζε… (η αμερικάνικη βοήθεια ήταν επαρκής, διαθέταμε γκαρνταρόμπα ποικίλων τάσεων, που τα είχαμε στην κατάλληλη ώρα).

Μαζί μας πήραμε λίγο κρασάκι, καθώς και ζεστή πίττα , συν τον κλώστη και το πλαστήρι της κουζίνας… κι ανεβήκαμε στο λεωφορείο…

Στις τελευταίες θέσεις κάθονταν δυο ντόπιοι σκούροι αργανιάριδες με τις γκάϊντες φουσκωμένες. Μόλις έπεσε στο μέτωπο το πρώτο χαρτονόμισμα, άρχισαν να παίζουν τους τοπικούς σκοπούς… Σ΄ όλη τη διάρκεια του πήγαινε – έλα, σε δρόμους ή στο λεωφορείο, η ορχήστρα μας έπαιζε ακούραστη, κερδίζοντας κάθε τόσο κι άλλο φιλοδώρημα. Επισκεφθήκαμε ένα ένα τα συγγενικά και φιλικά σπίτια που γιόρταζαν τους Γιάννηδες, πέρναμε το κέρασμά μας, ανταλλάζαμε ευχές για το καλό του χρόνου, κι ύστερα ξανά ανέβασμα στο λεωφορείο οι θείες –νιές και σιτεμένες- και μεις τα φρεσκολούλουδα (ηλικίας από 6 ως 16 χρονώ) που βρισκόμασταν ντυμένα με την έμπνευση της στιγμής, μαζί και τις αμερικάνικες στολές του καουμπόη και τα τσολιάδικα που υπήρχαν στα σαντούκια μας για τ΄ αγόρια μας.

Την επομένη «ξεφύγαμε» από τα οικογενειακά ανταμώματα, ήταν η ώρα να κάνουμε τα δικά μας… Τέσσερις συμμαθήτριες – φιλενάδες, φορέσαμε τα πανύψηλά μας καπέλα (φτιαγμένα από τα χέρια μας) σε σχήμα κώνου, προσθέσαμε μια λευκή τσίπα να κρύβουμε τα πρόσωπά μας και ράψαμε πανταλόνια από φθηνή μαύρη φόδρα. Είμασταν οι «οι πρώτες επισκέπτριες από την πλανήτη ΄Αρη»

Ανταμωθήκαμε μεσ΄ στο παρδαλό πλήθος, τις μπάντες πού ΄παιζαν δυνατά, τα κομφετί, συναντώντας μικρούς και μεγαλύτερους Καουμπόηδες, Ζορρό, Πριγκήπισσες του δάσους, Νεράϊδες των πηγών.

Την ώρα της μεγάλης παρέλασης, έκανε ξεχωριστή εντύπωση η παρέα με θέμα τον Καστοριανό γάμο.

΄Οσα φέσια , αντεριά, φουστάνια και κουνέσια υπήρχαν στα σαντούκια (χαντακωμένα επι χρόνια) βγήκαν και φορέθηκαν από τη μεγάλη συντροφιά που έπαιρνε μέρος στο αντέτι. Εκτός από τον Φώτο – Πάνο, υπήρχε και ο δικός μας προσωπικός φωτογραφικός φακός… που κράτησε κάτι από την επιμελημένη παραδοσιακή τελετή, που εξελίσσονταν μπρος στα εφηβικά μας μάτια, συνδιασμένη με κρασί, βγελιά, ανεμελιά, χορό και χαρούμενα πρόσωπα.

Εμείς ως όντα άλλου πλανήτη – είμασταν απρόσκλητα – αλλά κατά βάθος νιώθαμε πως είχαμε κοινές ρίζες και καταβολές…

Η ώρα πέρασε γρήγορα… τι γρήγορα στ΄ αλήθεια περνούν οι χαρούμενες στιγμές… κι εμείς έπρεπε να γυρίσουμε απ΄ τον Ντουλτσό στα σπίτια μας…

Την επομένη ξεκινούσαν τα μαθήματα, κι η κανονική ζωή. Πολλά παιδιά, σαν και μας, πήραν το επόμενο πρωϊ ανόρεχτα την σχολική τσάντα και ανέβηκαν απρόθυμα τα σκαλιά του γυμνασίου , αδιάβαστα, μπιτ για μπιτ…

9 Ιανουαρίου… άχαρη μέρα…

Τη δεύτερη ώρα – ώρα των μαθηματικών- ο καθηγητής κύριος Γιώργος Κοζατσάνης μισοχαμογελώντας, κάλεσε τις τέσσερις αρειανές στον πίνακα…

«Η Βέργου, η Κ…., η Γ…., και η Τ…. στο μάθημα…

Ευτυχώς ήταν μια πλάκα!!….

(Η φωτογραφία είναι από το Φωτογραφικό Λεύκωμα: «Η ΚΑΣΤΟΡΙΑ 1949-1971» του φωτογράφου Παναγιώτη Εφόπουλου)